Η χαμηλή ποιότητας φροντίδα υγείας αυξάνει την επιβάρυνση της ασθένειας και το κόστος υγείας
Οι χαμηλής ποιότητας υπηρεσίες υγείας εμποδίζουν την πρόοδο βελτίωσης της υγείας σε όλες τις χώρες, ανεξαρτήτως οικονομικού επιπέδου, σύμφωνα με νέα κοινή έκθεση του ΟΟΣΑ, του Π.Ο.Υ. και της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Σήμερα, η μη ακριβής διάγνωση, τα λάθη στη χορήγηση φαρμάκων, η ακατάλληλη ή/και μη απαραίτητη θεραπεία, οι ακατάλληλες ή/και μη ασφαλείς κλινικές εγκαταστάσεις και πρακτικές καθώς και η παροχή ιατρικής φροντίδας από επαγγελματίες υγείας που δεν διαθέτουν επαρκή κατάρτιση, εξειδίκευση και εμπειρία, κυριαρχούν σε όλες τις χώρες.
Η κατάσταση είναι χειρότερη στις χώρες με χαμηλό ή μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα, όπου το 10% των νοσηλευόμενων ασθενών

να υποστούν κάποια ενδονοσοκομειακή λοίμωξη σε σύγκριση με το 7% στις χώρες με υψηλό κατά κεφαλήν εισόδημα. Αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι οι ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις μπορούν εύκολα να αποφευχθούν χάρις στην καλύτερη υγιεινή, τις βελτιωμένες πρακτικές ελέγχου των λοιμώξεων και την κατάλληλη χρήση αντιμικροβιακών σκευασμάτων.
Την ίδια στιγμή, 1 στους 10 ασθενείς βλάπτεται κατά τη διάρκεια της ιατρικής θεραπείας σε χώρες με υψηλό κατά κεφαλήν εισόδημα.
Αυτά είναι μόνο μερικά από τα βασικότερα σημεία της έκθεσης με τίτλο: «Παροχή Ποιοτικών Υπηρεσιών Υγείας – Μια Παγκόσμια Επιτακτική Ανάγκη για την Καθολική Υγειονομική Κάλυψη» (Delivering Quality Health Services – a Global Imperative for Universal Health Coverage). Η έκθεση επίσης, υπογραμμίζει ότι η ασθένεια που σχετίζεται με την κακή ποιότητας υγειονομική περίθαλψη, επιφέρει πρόσθετες δαπάνες στις οικογένειες και τα συστήματα υγείας.
Έχει σημειωθεί κάποια πρόοδος στη βελτίωση της ποιότητας, όπως πχ. στα ποσοστά επιβίωσης από τον καρκίνο ή τα καρδιαγγειακά νοσήματα. Ωστόσο, το ευρύτερο οικονομικό και κοινωνικό κόστος της κακής ποιότητας φροντίδας υγείας – συμπεριλαμβανομένης της μακροχρόνιας αναπηρίας, βλάβης και χαμένης παραγωγικότητας – εκτιμάται ότι ανέρχεται σε τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.
«Χωρίς ποιοτικές υπηρεσίες υγείας, η καθολική υγειονομική κάλυψη θα παραμείνει μια κενή υπόσχεση» αναφέρει ο Γενικός Γραμματέας του ΟΟΣΑ Ángel Gurría. «Τα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη είναι σαφή και χρειάζεται να εστιάσουμε περισσότερο στην επένδυση και στη βελτίωση της ποιότητας, έτσι ώστε να δημιουργηθεί εμπιστοσύνη προς στις υπηρεσίες υγείας και να δοθεί καθολική πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας ανθρωποκεντρικές υγειονομικές υπηρεσίες».
«Η καλή υγεία είναι το θεμέλιο του ανθρώπινου κεφαλαίου μιας χώρας και καμία χώρα δεν μπορεί να αντέξει χαμηλή ποιότητα ή μη ασφαλή υγειονομική περίθαλψη», υποστηρίζει ο Πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας Jim Yong Kim. «Η χαμηλή ποιότητας φροντίδα υγείας επηρεάζει δυσανάλογα τους φτωχούς, κάτι που δεν είναι μόνο ηθικά καταδικαστέο αλλά και οικονομικά μη βιώσιμο για τις οικογένειες και ολόκληρες χώρες».
Άλλα βασικά σημεία της έκθεσης παρουσιάζουν μια εικόνα σχετικά με τα θέματα ποιότητας στις υπηρεσίες υγείας σε ολόκληρο τον κόσμο:
• Οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης σε 7 χώρες της Αφρικής με χαμηλό και μεσαίο εισόδημα, ήταν σε θέση να κάνουν ακριβείς διαγνώσεις μόνο κατά το 1/3 έως τα 3/4 του χρόνου, ενώ οι κλινικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κοινές καταστάσεις, ακολουθήθηκαν κατά μέσο όρο λιγότερο από το 45% του χρόνου.
• Έρευνα σε 8 σε οκτώ χώρες με υψηλή θνησιμότητα στην Καραϊβική και την Αφρική διαπίστωσε ότι, οι αποτελεσματικές και ποιοτικές υπηρεσίες υγείας για τη μητέρα και το παιδί είναι πολύ λιγότερο διαδεδομένες απ’ ό,τι συνήθως προτείνεται σε αυτές τις περιπτώσεις. Για παράδειγμα, μόνο το 28% της προγεννητικής φροντίδας, το 26% των υπηρεσιών οικογενειακού προγραμματισμού και το 21% της φροντίδας κατά την περίθαλψη των παιδιών στις χώρες αυτές, χαρακτηρίζονται ως «αποτελεσματικά».
• Μόνο στις χώρες με υψηλό κατά κεφαλήν εισόδημα, τα επιβλαβή ιατρικά λάθη και οι επιπλοκές που μπορούν να προληφθούν αποτελούν το 15% του νοσοκομειακού κόστους, σύμφωνα με τις αναλύσεις του ΟΟΣΑ.
Παγκοσμίως, η κακή και ακατάλληλη χρήση των αντιμικροβιακών «τροφοδοτεί» την αύξηση της αντιμικροβιακής αντοχής, οδηγώντας σε σημαντικές πρόσθετες δαπάνες για την υγεία, ενώ επηρεάζουν αρνητικά την προσφορά εργασίας και την παραγωγικότητα.
Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να πρωτοστατήσουν με ισχυρές πολιτικές και στρατηγικές για τη διασφάλιση ποιότητας της εθνικής υγειονομικής περίθαλψης. Τα συστήματα υγείας θα πρέπει να εστιάσουν στην κατάλληλη φροντίδα και στην εμπειρία των χρηστών για να εξασφαλίσουν την εμπιστοσύνη του πληθυσμού προς το σύστημα.
Οι πολίτες θα πρέπει να ενδυναμώνονται, να ενημερώνονται και να συμμετέχουν ενεργά στη λήψη αποφάσεων σχετικά την φροντίδα τους, καθώς και στο σχεδιασμό νέων μοντέλων φροντίδας για την κάλυψη των αναγκών των τοπικών κοινοτήτων τους.
Οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης θα πρέπει να βλέπουν τους ασθενείς ως συνεργάτες και να δεσμευτούν προσωπικά στη χρήση δεδομένων που αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της υγειονομικής περίθαλψης που προσφέρουν.
Παρόλο που η υψηλής ποιότητας υγειονομική φροντίδα ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ μπορεί να φαίνεται πολύ φιλόδοξο σχέδιο, εντούτοις μπορεί να επιτευχθεί σε όλα τις υπηρεσίες και δομές με την κατάλληλη ηγεσία, τον αποτελεσματικό σχεδιασμό και τις έξυπνες επενδύσεις. Ενδεικτικά, στην Ουγκάντα ένα μοντέλο που περιλαμβάνει τους πολίτες και τις κοινότητες στο σχεδιασμό των υπηρεσιών υγείας, έχει βελτιώσει σημαντικά μια σειρά δεικτών, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης κατά 33% της παιδικής θνησιμότητας. Επίσης, στην Κόστα Ρίκα έχει επιτευχθεί αξιοσημείωτη βελτίωση στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας μέσω μιας προσεκτικά σχεδιασμένης και εφαρμοσμένης στρατηγικής βελτίωσης που επικεντρώνεται στην ποιότητα.
Σε όλο τον κόσμο, τα μαθήματα αφθονούν σχετικά με το τι λειτουργεί και τι όχι, παρέχοντας ένα βασικό θεμέλιο το οποίο μπορεί να επεκταθεί γρήγορα σε μια επανάσταση πάνω στην ποιότητα.
Για πρώτη φορά, η έκθεση εξετάζει τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία για 23 διαφορετικές παρεμβάσεις που μπορούν να κάνουν οι κυβερνήσεις, οι διευθυντές και οι επαγγελματίες υγείας για τη βελτίωση της ποιότητας της περίθαλψης.
Μεταξύ αυτών, 7 κατηγορίες παρεμβάσεων αποτελούν παρεμβάσεις προτεραιότητας: 1) αλλαγή κλινικής πρακτικής στην πρώτη γραμμή, 2) θέσπιση προτύπων, 3) εμπλοκή και ενδυνάμωση των ασθενών, των οικογενειών και των κοινοτήτων, 4) ενημέρωση και εκπαίδευση των εργαζομένων στον τομέα υγείας, των διευθυντικών στελεχών και των υπευθύνων χάραξης πολιτικής, 5) χρήση προγραμμάτων και μεθόδων συνεχούς βελτίωσης της ποιότητας, 6) δημιουργία κινήτρων (οικονομικών ή μη) με βάση την απόδοση και 7) νομοθεσία και κανονισμοί.
ΠΗΓΗ:neaygeia.gr